
Περπατούσαμε στην πλατεία αγκαζέ. Έτσι όπως κάνουν οι συμμαθήτριες στο δημοτικό. Της έλεγα πόσο μου αρέσει να περπατώ στην πλατεία το βράδυ που ησυχάζει από τα μαγαζιά, τον κόσμο, τις παρέες που φωνάζουν, τα ποτήρια που τσουγκρίζουν, και μένεις μόνο με τις πλάκες που πατάς και τα φώτα της πλατείας που σε λούζουν.
Βιάσαμε το λίγο χρόνο που μας δόθηκε και μιλήσαμε για ένα σωρό πράγματα. Πεταγόμασταν από το ένα θέμα στο άλλο τρέχοντας μαραθώνιο να προλάβουμε το χρόνο μήπως και αφήσουμε τίποτα απέξω.
Κάποια ήταν ευχάριστα, κάποια άλλα ήταν δυσάρεστα και βάρυναν το κλίμα. Όσο κι αν προσπάθησα να σκεφτώ κάτι έξυπνο να πω για να μην την στενοχωρήσω άλλο, η ηλίθια, δεν βρήκα. Δεν ήθελα να φύγει και να κουβαλήσει το σκυφτό της πρόσωπο, τα σμιγμένα φρύδια και την βαριά καρδιά της, ήθελα να φύγει χαρούμενη.
Ξέρεις όμως, όσο παλεύεις να διορθώσεις κάτι τόσο χειρότερα το κάνεις. Άφησα λοιπόν το χρόνο και τη συζήτηση να κυλήσει όπου ήθελε αυτή, σουλατσάροντας μέσα στον κόσμο, κοιτώντας βιτρίνες από τα μαγαζιά (μα .....καλά! 79 ευρώ για ένα ζευγάρι παπουτσάκια μια σταλιά;;;;;;;;;) μέχρι που βρήκαμε το ρυθμό μας.
Και να που χτύπησε το τηλέφωνο. Κι είδα την ταραχή της να το βρει, να συνδέσει το ακουστικό, είδα εκείνο το μουτράκι μέσα στην προσμονή, την ένοιωσα να κοντοστέκεται, ναι...ναι...αυτή που έχει 4.5 ρίχτερ στα πόδια από τότε που γεννήθηκε.
Και μόλις το σήκωσε και μίλησε, γύρισα να σιγουρευτώ πως αυτή η φωνή που μιλάει είναι αυτή η ίδια που σε γρατζουνάει ειδικά όταν έχει ένα σωρό θέματα να σου πει!
Ήταν η ίδια. Ή μάλλον φαινόταν η ίδια. Μα δεν ήταν.
Η ροή του λόγου της που δεν έχει ποτέ τελείες, κόμματα και παύσεις είχε γεμίσει με σιωπές.
Την άκουγα να μιλάει μελιστάλαχτα σαν κορίτσι του Γυμνασίου που λάμβανε το πρώτο της ραβασάκι.
Η γλύκα που είχε απλωθεί στο πρόσωπό της, το νάζι που διαπερνούσε το σώμα της, μου απέδειξε πως είχε ξαφνικά αποκλείσει όλο τον κόσμο γύρω της.
Αυτό το κορίτσι με το τζιν παντελόνι και τα αθλητικά παπούτσια, αγκαζέ με άλλο ένα αλητάκι επάνω σε μια πλατεία, είχε μεταμορφωθεί σε μια πανέμορφη γυναίκα.
Τα μάτια της άστραφταν, και τα παραπονάκια που έκανε στο τηλέφωνο...... (.......Από την Πέμπτη έχεις να μου μιλήσεις........όχι...όχι.....δεν σου έλειψα καθόλου.......) θα μπορούσε να ήταν πίνακας ζωγραφικής αν είχες τη δύναμη να ζωγραφίσεις τον αέρα που αγκαλιάζει έναν ερωτευμένο...
Χάζεψα είναι η αλήθεια....
Ξαφνικά είδα τη φίλη μου σαν γυναίκα.
Θαύμασα την ικανότητα που έχει ένας άντρας να σε κάνει να νοιώθεις γυναίκα και να σου βγαίνει αυτό χωρίς προσπάθεια.
Τα μαγουλάκια της ήταν κατακόκκινα, ένοιωθα την έξαψή της, την αγωνία της για το τέλος του τηλεφωνήματος.
Μέσα σε ελάχιστα λεπτά να προσπαθεί να τιμωρήσει το χρόνο που της στερήθηκε, να μάθει και την πιο μικρή λεπτομέρεια, αυτό που θεωρούσε δικό της να το ξέρει.
Μικρές, χαζές λεπτομέρειες που έκλειναν την ουσία όλου του κόσμου για κείνη.
Και θα ορκιζόμουν πως η φιλενάδα μου δεν πάταγε στη γη.....
No comments:
Post a Comment