Συνήθιζε να καπνίζει το τσιγάρο του στο σκοτάδι κι αν ήταν τυχερός κι υπήρχε η παραμικρή πηγή φωτός, αυτή φώτιζε τον καπνό από το τσιγάρο του.
Δεν τον πείραζε που ήταν άδειο. Που ήταν ένα τεράστιο, άδειο δωμάτιο.
Ένα τεράστιο, άδειο, σκοτεινό δωμάτιο.
Δεν τον πείραζε ποτέ.
Παρά μονάχα μια φορά.
Όταν σηκώθηκε, γέμισε με όσο το δυνατόν περισσότερο αέρα τα πνευμόνια του, έκλεισε τα μάτια του και φώναξε "Σ'αγαπάω"...
Γέμισε με ήχο η σιωπή του και με μια άγρια παρουσία η μοναξιά του.
Ο παλμός της φωνής του χτύπησε βίαια στα άδεια ντουβάρια και γυρίζοντας τον χτύπησε με μανία στο στήθος. Σαν τιμωρία.
Τρόμαξε από τον σπαραγμό. Από τη δύναμη που τον κατέκλυσε όταν ο ήχος γύρισε ξανά σε κείνον. Σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Κι όμως έμεινε ακίνητος.

Έτσι τρόμαξε άραγε κι εκείνη;
Γιαυτό έφυγε;
No comments:
Post a Comment