Είχε ώρα που στεκόταν εκεί στην άκρη, φοβούμενος να πλησιάσεις μήπως και την τρομάξει και φύγει.
Χαμογέλασε αχνά καθώς σκέφτηκε πως δεν ήταν αυτός ακριβώς ο λόγος που δεν είχε πάει κοντά της. Περισσότερο φοβόταν για το τομάρι του...μήπως μετά αντιδρούσε ξανά στο φευγιό του...
Είχαν ξεκαθαρίσει πως θα μένανε σε δρόμους παράλληλους. Εκείνος ένας εραστής του δρόμου, κι εκείνη με μία από τις καλύτερες θέσεις στην μικρή κοινωνία τους.
Κι όμως, εκείνη δεν άλλαξε ούτε τον τρόπο που τον κοίταζε, ούτε τον τρόπο που του χαμογέλαγε...
Κι εκείνον αυτό που τον μάγευε ήταν πως την ένοιωθε πάντα γύρω του, κοντά του....μέσα του.
Όσο μακριά κι αν πήγαινε, την κουβαλούσε.
Περπάτησε σχεδόν χωρίς θόρυβο στα βότσαλα, μέχρι την άκρη της παραλίας για να την φτάσει.
Έκατσε δίπλα της και την φίλησε με πάθος.
Την ξάπλωσε και το κύμα έβρεξε το κορμί της μέχρι τα χείλη της...κι εκείνος δεν σταμάτησε ούτε για μια στιγμή να τα ρουφάει, γευόμενος τον έρωτά της και την αλμύρα τους.

Την έγδυσε βιαστικά σχεδόν βίαια, κι έκατσε να θαυμάσει το φεγγάρι να κάνει βόλτες στο κορμί της επάνω.
Στήθη σφιχτά, στρογγυλά, λάτρεψε τη χρυσή γραμμή από το χνούδι που οδηγούσε στον αφαλό της...
Την έπνιξε με μικρά φιλιά προσπαθώντας να χαράξει στη μνήμη του μέρη του κορμιού της που άλλοι θα ξεχνούσαν. Σπιθαμή προς σπιθαμή, στις παλάμες της, στα βλέφαρα, στους αγκώνες της καθώς εκείνη ταξίδευε τα χέρια της στην πλάτη του, στους ώμους του, ζωγραφίζοντας με το δείκτη την καμπύλη από τους μύες του.

Αντίθετα από ό,τι η λογική της προέτρεπε, σήκωσε τους γοφούς της για να τον προκαλέσει να την πάρει...
Μα εκείνος ταξίδεψε στην ήβη της και έκλεισε το στόμα του γύρω της καταλαβαίνοντας πως η πρόκληση τελικά ήταν όλη δική του.
Εκείνη γατζώθηκε από τους ώμους του, κι έπαψε πια να προσπαθεί να κοντρολάρει την ανάσα της. Μικροί αναστεναγμοί προκαλούσαν την ευχαρίστηση σε εκείνον καθώς επιβεβαιωνόταν έτσι πως η γλώσσα του που την παίδευε, είχε ακριβώς το αποτέλεσμα που εκείνος ήθελε..
Άγγιξε με τα δάχτυλά του την είσοδο του κόλπου της και παρά το γεγονός πως ήταν σχεδόν μέσα στη θάλασσα, ήξερε πως τον ήθελε πια χωρίς επιστροφή.
Πως μπορείς να λες πως έχεις φύγει και να είσαι εκεί;

Δεν την άφησε να αλλάξει θέση, δεν την άφησε σχεδόν να τον αγγίξει πουθενά αλλού παρά μονάχα όσο εκείνη έφτανε ήδη.
Άνοιξε τα πόδια της ακόμα πιο πολύ και έβαλε το κορμί του ανάμεσά τους.
Το βλέμμα της τον έκαιγε, τον βασάνιζε, τον ταλαιπωρούσε, τον τιμωρούσε.
Με μια κίνηση βυθίστηκε μέσα της, χωρίς να μπορεί να σταματήσει μια κραυγή ευχαρίστησης.
Την ήθελε, τον τρέλενε, τη μισούσε και την αγαπούσε γιατί ήταν εκείνη.
Προσπαθούσε να συγκρατηθεί, επιβράδυνε τις κινήσεις του μα όταν εκείνη σταύρωσε τα πόδια της στην πλάτη του ήξερε πως ήταν αιχμάλωτός της.
Έμπηκε τα νύχια της στην πλάτη του, σήκωσε τους γοφούς της και τον δάγκωσε στον ώμο.
Η ανάσα της τον καταδίκαζε σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή.
Οι πνιχτές της κραυγές του έδωσαν το έναυσμα να αρχίσει μια βίαιη παλινδρόμηση μέσα της, προσπαθώντας να απαλλαγεί λυσσασμένα από τον πόθο του κορμιού της για εκείνη...
Έκλεισε τα μάτια κι άφησε το κορμί του να βρει τη λύτρωση...Ενέδωσε στο ρίγος που ξεκινούσε από τα μύχια της ύπαρξής του και παραδόθηκε απολαμβάνοντας πια την απελευθέρωσή του...
Έπεσε δίπλα της αποκαμωμένος, αφήνοντας το πόδι του ανάμεσα στα δύο της πόδια..
Έδωσε τα χάδια που δικαιούνταν απλόχερα κι όταν έφτασε στο στήθος της, χαμογέλασε που εκείνο ήταν παγωμένο από τη θάλασσα.
Κι εκεί ....από κάτω από το στρογγύλεμά του, η ζέστη του έκαψε το χέρι.....
Ένας ρυθμός δυνατός τον διαπέρασε, ο ήχος της καρδιά της.Αυτός την έκανε να χτυπάει έτσι;
Θεέ μου τι βάσανο να ανήκεις σε κάποιον!
Όταν άνοιξε τα μάτια είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου....
Μάζεψε τα ρούχα του γρήγορα και έφυγε τρέχοντας μακριά της.
Όταν απομακρύνθηκε μόνο ο ήχος της καρδιά τους που σκέπαζε κάθε άλλο ήχο στα αυτιά του και η ξέπνοη ανάσα του τον βεβαίωνε πως δεν ονειρεύτηκε.
Κι εκείνη η ανάγκη του πια, να βρίσκεται σε ένα δρόμο συνεχώς, που ήταν;
Γιατί τον άφησε;
Γιατί ξαφνικά είχε πιο πολύ νόημα να είσαι με κάποιον κι όχι ένας ελεύθερος τσιγγάνος χωρίς σπίτι, χωρίς βάση, χωρίς δεσμούς;
Χαμογέλασε αχνά καθώς σκέφτηκε πως δεν ήταν αυτός ακριβώς ο λόγος που δεν είχε πάει κοντά της. Περισσότερο φοβόταν για το τομάρι του...μήπως μετά αντιδρούσε ξανά στο φευγιό του...
Είχαν ξεκαθαρίσει πως θα μένανε σε δρόμους παράλληλους. Εκείνος ένας εραστής του δρόμου, κι εκείνη με μία από τις καλύτερες θέσεις στην μικρή κοινωνία τους.
Κι όμως, εκείνη δεν άλλαξε ούτε τον τρόπο που τον κοίταζε, ούτε τον τρόπο που του χαμογέλαγε...
Κι εκείνον αυτό που τον μάγευε ήταν πως την ένοιωθε πάντα γύρω του, κοντά του....μέσα του.
Όσο μακριά κι αν πήγαινε, την κουβαλούσε.
Περπάτησε σχεδόν χωρίς θόρυβο στα βότσαλα, μέχρι την άκρη της παραλίας για να την φτάσει.
Έκατσε δίπλα της και την φίλησε με πάθος.
Την ξάπλωσε και το κύμα έβρεξε το κορμί της μέχρι τα χείλη της...κι εκείνος δεν σταμάτησε ούτε για μια στιγμή να τα ρουφάει, γευόμενος τον έρωτά της και την αλμύρα τους.

Την έγδυσε βιαστικά σχεδόν βίαια, κι έκατσε να θαυμάσει το φεγγάρι να κάνει βόλτες στο κορμί της επάνω.
Στήθη σφιχτά, στρογγυλά, λάτρεψε τη χρυσή γραμμή από το χνούδι που οδηγούσε στον αφαλό της...
Την έπνιξε με μικρά φιλιά προσπαθώντας να χαράξει στη μνήμη του μέρη του κορμιού της που άλλοι θα ξεχνούσαν. Σπιθαμή προς σπιθαμή, στις παλάμες της, στα βλέφαρα, στους αγκώνες της καθώς εκείνη ταξίδευε τα χέρια της στην πλάτη του, στους ώμους του, ζωγραφίζοντας με το δείκτη την καμπύλη από τους μύες του.

Αντίθετα από ό,τι η λογική της προέτρεπε, σήκωσε τους γοφούς της για να τον προκαλέσει να την πάρει...
Μα εκείνος ταξίδεψε στην ήβη της και έκλεισε το στόμα του γύρω της καταλαβαίνοντας πως η πρόκληση τελικά ήταν όλη δική του.
Εκείνη γατζώθηκε από τους ώμους του, κι έπαψε πια να προσπαθεί να κοντρολάρει την ανάσα της. Μικροί αναστεναγμοί προκαλούσαν την ευχαρίστηση σε εκείνον καθώς επιβεβαιωνόταν έτσι πως η γλώσσα του που την παίδευε, είχε ακριβώς το αποτέλεσμα που εκείνος ήθελε..
Άγγιξε με τα δάχτυλά του την είσοδο του κόλπου της και παρά το γεγονός πως ήταν σχεδόν μέσα στη θάλασσα, ήξερε πως τον ήθελε πια χωρίς επιστροφή.
Πως μπορείς να λες πως έχεις φύγει και να είσαι εκεί;

Δεν την άφησε να αλλάξει θέση, δεν την άφησε σχεδόν να τον αγγίξει πουθενά αλλού παρά μονάχα όσο εκείνη έφτανε ήδη.
Άνοιξε τα πόδια της ακόμα πιο πολύ και έβαλε το κορμί του ανάμεσά τους.
Το βλέμμα της τον έκαιγε, τον βασάνιζε, τον ταλαιπωρούσε, τον τιμωρούσε.
Με μια κίνηση βυθίστηκε μέσα της, χωρίς να μπορεί να σταματήσει μια κραυγή ευχαρίστησης.
Την ήθελε, τον τρέλενε, τη μισούσε και την αγαπούσε γιατί ήταν εκείνη.
Προσπαθούσε να συγκρατηθεί, επιβράδυνε τις κινήσεις του μα όταν εκείνη σταύρωσε τα πόδια της στην πλάτη του ήξερε πως ήταν αιχμάλωτός της.
Έμπηκε τα νύχια της στην πλάτη του, σήκωσε τους γοφούς της και τον δάγκωσε στον ώμο.
Η ανάσα της τον καταδίκαζε σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή.
Οι πνιχτές της κραυγές του έδωσαν το έναυσμα να αρχίσει μια βίαιη παλινδρόμηση μέσα της, προσπαθώντας να απαλλαγεί λυσσασμένα από τον πόθο του κορμιού της για εκείνη...
Έκλεισε τα μάτια κι άφησε το κορμί του να βρει τη λύτρωση...Ενέδωσε στο ρίγος που ξεκινούσε από τα μύχια της ύπαρξής του και παραδόθηκε απολαμβάνοντας πια την απελευθέρωσή του...
Έπεσε δίπλα της αποκαμωμένος, αφήνοντας το πόδι του ανάμεσα στα δύο της πόδια..
Έδωσε τα χάδια που δικαιούνταν απλόχερα κι όταν έφτασε στο στήθος της, χαμογέλασε που εκείνο ήταν παγωμένο από τη θάλασσα.
Κι εκεί ....από κάτω από το στρογγύλεμά του, η ζέστη του έκαψε το χέρι.....
Ένας ρυθμός δυνατός τον διαπέρασε, ο ήχος της καρδιά της.Αυτός την έκανε να χτυπάει έτσι;
Θεέ μου τι βάσανο να ανήκεις σε κάποιον!
Όταν άνοιξε τα μάτια είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου....
Μάζεψε τα ρούχα του γρήγορα και έφυγε τρέχοντας μακριά της.
Όταν απομακρύνθηκε μόνο ο ήχος της καρδιά τους που σκέπαζε κάθε άλλο ήχο στα αυτιά του και η ξέπνοη ανάσα του τον βεβαίωνε πως δεν ονειρεύτηκε.
Κι εκείνη η ανάγκη του πια, να βρίσκεται σε ένα δρόμο συνεχώς, που ήταν;
Γιατί τον άφησε;
Γιατί ξαφνικά είχε πιο πολύ νόημα να είσαι με κάποιον κι όχι ένας ελεύθερος τσιγγάνος χωρίς σπίτι, χωρίς βάση, χωρίς δεσμούς;
No comments:
Post a Comment