*Ακολουθεί ιστορία με ακατάλληλο περιέχομενο.
Προσπαθούσε να απολαύσει τον βρεγμένο δρόμο με τη συνοδεία της μουσικής στο cd.
Η Αλεξίου επέμενε πως "Η Αγάπη είναι ζάλη" μα εκείνη δεν ήταν τόσο σίγουρη γι' αυτό.
Κανονικά θα έπρεπε να θέλει να τρέξει με χαρά, μα όλα αυτά τα ερωτηματικά στο μυαλό της
την εμπόδιζαν να αφεθεί.
Πίστευε πως τα ερωτηματικά δεν πρέπει να τα συζητάς. Θα έπρεπε να τα έχεις λύσει για να
μπορείς να πας τη συζήτηση μακριά, εκεί που το μυαλό ακονίζεται, τις στιγμές που πας ένα βήμα πιο μακριά στην αναζήτηση της ψυχής σου.
Το μόνο που τη γαλήνεψε όταν κατέβαινε στο Πασαλιμάνι ήταν η θάλασσα.
Είχε αγωνία, ένταση μα δεν ήταν ευχάριστη, ήταν εκνευριστική.
Άναψε κι άλλο τσιγάρο ανοίγοντας το παράθυρο του οδηγού λίγο, χαμογελώντας για την
αταξία της.
Μια σταγόνα βροχής τρύπωσε και άγγιξε το μάγουλό της, θυμίζοντάς της πως τα πιο μικρά είναι αυτά που κάνουν τη διαφορά.
Άνοιξε την ένταση και στο κόκκινο φανάρι, κάρφωσε τα μάτια της στη θάλασσα. Λίγα μέτρα τη χώριζαν ακόμα.
Καστέλλα.
Άραξε το αυτοκίνητο, κι έμεινε μέχρι να τελειώσει το τσιγάρο.
Εκείνος ήταν εκεί.
Ακουμπισμένος σε μια κολώνα, κοιτώντας ευθεία μπροστά, με τα χέρια στις τσέπες.
Κατέβηκε, στάθηκε απέναντί του κι όταν τα μάτια του την αγκάλιασαν όλη η έντασή της έφυγε.
Κάθισαν σε μία καφετέρια εκεί κοντά κι είχαν μόλις αρχίσει τον καφέ τους όταν η βροχή έπιασε για τα καλά.
Κοιτάζονταν στα μάτια. Δεν μίλησαν καθόλου.
Όλα τα δικά της ερωτηματικά, συναντήθηκαν με τις δικές του απαντήσεις στον ενεστώτα μα τράπηκαν σε φυγή.
Ήθελε να ακούσει.
Ήθελε να της πει.
Ήθελε να μην του αφήσει κανένα περιθώριο να κάνει πίσω.
Ζήτησε να πληρώσει κι όταν εκείνη έκανε την κίνηση προς την τσάντα της της έριξε ένα άγριο βλέμμα κάνοντάς την να μαζευτεί.
Πες μου κάτι, μίλα μου. Δώσμου μια αρχή, δώσμου μια απάντηση. Μίλα, σκεφτόταν εκείνη.
Πως να μιλήσω που όλα είναι φτωχά; . Άντεξα να περιμένω. Θα σε μάθω να το κάνεις κι εσύ, σκεφτόταν εκείνος.
Την συνόδεψε στο αμάξι του, της άνοιξε την πόρτα μα εκείνη δεν τόλμησε να ρωτήσει που θα πάνε. Ούτε να προτείνει να πάρει το αμάξι της να τον ακολουθήσει.
Έφτασαν σπίτι του. Άνοιξε την πόρτα και την άφησε να περάσει πρώτη.
Σαν παιδί που το σπρώχνουν στο άγνωστο, έμεινε μαρμαρωμένη στο σκοτεινό χωλ.
Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω της και από φόβο δεν έβγαλε τον αέρα που έπνιγε τα πνευμόνια της.
Τώρα; Τώρα τι;
Κοιτούσε μπροστά, στο σκοτάδι, περιμένοντας.
Δεν ήταν στιγμές αυτές που πέρασαν, ήταν αιώνες.
Τον ένοιωθε κοντά της και γύρισε αργά, φοβισμένη μην κάνει κάτι που εκείνος δεν θα ενέκρινε.
Βρέθηκε ξαφνικά στην αγκαλιά του, βλέποντας μόνο το περίγραμμα του κορμιού του από το φως του δρόμου που έμπαινε από το τζάμι της πόρτας για να κρυφτεί στο εσωτερικό του.
Μέσα σε μια στιγμή, συνειδητοποίησε πως εκείνος ήταν πιο ψηλός, κάτι που δεν είχε προσέξει πριν και που ήταν σημαντικό να σημειώσει τώρα, πως έπρεπε να ανασάνει γιατί αλλιώς θα έσκαγε, πως βρισκόταν στην αγκαλιά του, πως μύριζε το άρωμά του, πως ήταν ζεστός, πως η ανάσα του ήταν απαλή σαν ανοιξιάτικη αύρα πάνω σε τριαντάφυλλα......
Μα...όχι, δεν ήταν το άρωμά του από αυτά τα γνωστά, που έχουν οι διαφημίσεις.
Ήταν το άρωμα του αρσενικού όταν συναντιέται με ένα θηλυκό που το θέλει πολύ.
Εκείνο που σε κάνει να ξεχωρίζεις πως το κορμί που είναι απέναντί σου, έχει αρχίσει το ταξίδι να διεκδικήσει το δικό σου κορμί που τον προκαλεί.....
Όταν τα χείλη του ακούμπησαν στα δικά της, νόμιζε πως ονειρευόταν.
Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από την τρυφερότητα που δεν την είχε δείξει ποτέ.
Ακούμπησε το μάγουλό του στο δικό της, κλείνοντας την αγκαλιά του χωρίς να της αφήσει
κανένα περιθώριο να δραπετεύσει
Νά 'ξερες πόσο το θέλω......!, Μετά από απόψε, δεν θα μπορώ πια....σκέφτηκε εκείνη.
Είχες την ευκαιρία σου, δεν την έχεις πια.... Απόψε δεν σε αφήνω εγώ... σκέφτηκε εκείνος.
Εκείνο το φιλί την ξύπνησε. Σαν μαγικό ραβδί που ακουμπά την απάθεια και την διαλύει αφήνοντας ορμητικό ποτάμι συναισθημάτων να σπάσει το φράγμα του.
Από τη μία ήθελε να δραπετεύσει να του στερήσει τη χαρά να την απολαύσει για να τον αναγκάσει να ομολογήσει με λέξεις όσα δεν της είχε πει ποτέ.
Κι από την άλλη ήθελε να μείνει εκεί, στην αγκαλιά του, φυλακισμένη ψυχή στα χείλη του, που της χάριζαν επιβράβευση για την αναμονή της.
Και τον διεκδίκησε.
Κόλλησε το κορμί της επάνω στο δικό του και γύρεψε το στόμα του.
Αγκάλιασε εκείνο το κορμί που τόσο της είχε λείψει, τόσο την είχε τυραννήσει όταν ήταν μακριά.
Κι αυτό ήταν η αρχή.
Σαν τα παιδιά που ξεχύνονται στο προαύλιο όταν χτυπά το κουδούνι, σαν το νερό που σπάει το φράγμα και γιορτάζει το ταξίδι που ξεκινά, σαν το σημείο που δεν υπάρχει αλεξικέραυνο να το προστατέψει από τους κεραυνούς που το αγάπησαν και πάνε να το συναντήσουν.....
Είχαν τελειώσει τα αναγνωριστικά φιλιά, τα φιλιά της απόρριψης ή της επιβράβευσης και τη θέση τους είχαν πάρει άγρια φιλιά πόθου και πάθους.
Την έγδυσε με αργές κινήσεις κάνοντάς την να αναστενάζει από την προσμονή.
Κάθε σημείο της που έμενε γυμνό, η γλώσσα του υγρή φωτιά το αγαπούσε αργά αργά...
Το γέμιζε φιλιά, φιλιά παρηγοριάς για τον χαμένο καιρό, φιλιά φωτιάς για να την ξεσηκώσει μέχρι που να τον ευχαριστούσε.
Ελευθέρωσε το στήθος της από το σουτιέν κι έμεινε να θαυμάζει τις ρώγες της που είχαν ερεθιστεί.
Ένοιωθε την ανάσα του να την καίει, και περίμενε το επόμενο κύμα φωτιάς να ξεκινήσει.
Ήταν ήδη υγρή...
Έσερνε τα δάχτυλά του γύρω από το στήθος της κάνοντάς την να βογγάει σιγανά.
Την ένοιωθε που ήθελε κι άλλο, που το ήθελε τώρα κι ευχαριστιόταν που τον είχε αρπάξει από το πουκάμισο και τον τραβούσε επάνω της.
Το παιχνίδι γύρω από τις θηλές της ήταν βασανιστικό. Την έκανε και θύμωνε με έναν θυμό τόσο ερωτικό....
Όταν έκλεισε τη μία ρώγα της στο στόμα του ο αναστεναγμός ανακούφισης τον έκανε να χαμογελάσει.
Αναζήτησε με τρεμάμενα χέρια τα κουμπιά από το πουκάμισό του, κι ένοιωσε τη ζέστα του κορμιού του όταν τον απάλλαξε από αυτό.
Ανασηκώθηκε λίγο και έψαξε τα χείλη του ξανά, σέρνοντας τα νύχια της στην πλάτη του και πιέζοντάς τον επάνω στο κορμί της.
Ένα κύμα ηδονής τους πλημμύρισε όταν το ένα κορμί ακούμπησε το άλλο, κάνοντάς τον λίγο πιο βαστικό στο να της βγάλει το παντελόνι και το καλσόν.
Γέμιζε πια το γυμνό κορμί της με φιλιά, δίνοντάς της την αίσθηση πως ποτέ δεν είχε φιληθεί έτσι.
Ταξίδεψε στο λαιμό της, στην κοιλιά της, παρακάμπτωντας το πιο υγρό σημείο της, στους μηρούς της, τα γόνατα, και γυρίζοντάς την σαν να ήταν ένα σώμα χωρίς βάρος, τις γάμπες της, τα οπίσθιά της, βρήκε την αρχή της ραχοκοκκαλιάς της έσυρε τη γλώσσα του μέχρι τον αυχένα της. Δάγκωσε τους ώμους της, κι έμεινε για λίγο ακίνητος δίπλα στο αυτί της, παίζοντας με το λοβό της, προσφέροντάς της την ευκαιρία να ακούσει την ανάσα του.
Βαριά, λαχανιασμένη, καυτή.
Άραγε νοιώθεις ό,τι σου δείχνω; σκέφτηκε εκείνος.
Μη σταματάς, δεν μου φτάνουν μόνο αυτά, σκέφτηκε εκείνη.
Ένοιωθε το στέρνο του στην πλάτη της κι αυτή η αίσθηση την έκανε να ανατριχιάσει.
Εκείνος το κατάλαβε και έσκυψε να φιλήσει τα μπράτσα της, απολαμβάνοντας τις αντιδράσεις της.
Ξέφυγε από κάτω του και με μια κίνηση βρέθηκε δίπλα του να προσπαθεί να τον ελευθερώσει από το παντελόνι του.
Πέρασε την παλάμη της πάνω από τον ανδρισμό του, έλυσε τη ζώνη, και το φερμουάρ, και τον έγδυσε. Άνοιξε τα πόδια της κι έκατσε επάνω στην κοιλιά του καθώς τον φιλούσε ξανά.
Έγυρε στο αυτί του, φυσώντας ηδονικά κύματα καυτής αναπνοής, προσπαθώντας να αντισταθεί στον πειρασμό να του μιλήσει.
Φυλάκισε τις λέξεις, γιατί ήθελε όλες οι υπόλοιπες αισθήσεις να είναι πρωταγωνίστριες, αφήνοντας τη μνήμη της να δουλεύει υπερωρίες.... Ήθελε να θυμάται για πάντα αυτή την αίσθηση.
Καθώς χαμήλωνε στο στέρνο του, το στήθος της προηγούνταν σε χάδια.
Τα μαλλιά της έπεσαν επάνω του, κι άπλωσε τα χέρια του βυθίζοντας τα δάχτυλά τους μέσα τους.
Οι ερεθισμένες θηλές της τον άγγιζαν, κάνοντάς τον να μένει ακίνητος για να μην χάσει ούτε ένα χάδι από τέτοια ηδονική κίνηση, που η γλώσσα και τα χείλη της ακολουθούσαν.
Εκείνος περίμενε έχοντας όλες του τις αισθήσεις τεντωμένες μα εκείνη ανασηκώθηκε εμποδίζοντας το ταξίδι του στήθους της πιο χαμηλά.
Κατάλαβε πως ήταν σφιγμένος από τα φιλιά που έδινε στην κοιλιά του.
Όταν αποφάσισε να επιστρέψει στα χείλη του, άφησε το στήθος της να ξεκινήσει την επιστροφή ανάμεσα στα πόδια του, χαιδεύοντας τον ανδρισμό του και το βογγητό που άφησε την βεβαίωσε πως αυτό ήταν που περίμενε εκείνος με τόση προσμονή.
Έγινε πιο απαιτητικός, γυρίζοντάς την με το σώμα του, δίνοντάς της μικρές δαγκωματιές σε όλο της το κορμί.
Όταν έφτασε χαμηλά, ένοιωσε την ανάσα του στην ήβη της και κράτησε τη δική της ανάσα, μένοντας ακίνητη.
Ήταν τόσο οξυμένες οι αισθήσεις της που ένοιωθε τα γένια του από το ξυρισμένο του πρόσωπο να κάνουν την εμφάνισή τους.
Πέρασε βιαστικά τη γλώσσα του από τα μεγάλα χείλη της ήβης της, όταν εκείνη έπιασε το κεφάλι του προσπαθώντας να τον κάνει πιο σταθερό στις κινήσεις του.
Εκείνος όμως ήταν τόσο σταθερός που η δύναμή της δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα.
Οι ρώγες της πονούσαν από τα χάδια του πλέον, κι ήταν ανακούφιση όταν εκείνος επέλεξε να κατεβάσει τα δάχτυλά του εκεί που βρισκόταν το στόμα του.
Άνοιξε τα μεγάλα χείλη, κι έκλεισε την ερεθισμένη, κόκκινη κλειτορίδα της στο στόμα του.
Μια άγρια κραυγή βγήκε από τα χείλη της και το σώμα της διαπέρασε ένας σπασμός.
Όχι ακόμα....όχι ακόμα! πρόσταξε τον εαυτό της καθώς τον απομάκρυνε βίαια από την ήβη της.
Εκείνος της έδωσε την ευκαιρία να πάρει μια βαθιά ανάσα και να ηρεμήσει όσο αυτό ήταν δυνατόν.
Ανέλαβε να του προσφέρει την ίδια ηδονή.
Είχε το κορμί του στα χέρια της, να καίει, να της έχει παραδοθεί εντελώς κι αυτό ήταν πιο όμορφο ακόμα κι από όλες τις λέξεις που δεν είχαν πει.
Έκλεισε τον ανδρισμό του στο στόμα της, κι εκείνος την άρπαξε από τους ώμους για να μην την αφήνει να απομακρύνεται όπως έκανε για να τον τρελλαίνει.
Τα χέρια της σαν ιστός αράχνης αγκάλιαζαν όλο το κορμί του, το στόμα της του προκαλούσε την ανάγκη να κινιέται για να της δίνει το ρυθμό που ήθελε αυτός κι όχι αυτόν τον αργό, βασανιστικό ρυθμό που εκείνη είχε επιλέξει.
Δύο κορμιά καυτά, ξαπλωμένα, μέσα στην ηδονή, αλλάζοντας συνεχώς στάσεις, ένα δωμάτιο γεμάτο αναστεναγμούς, βογγητά, ανάσες καυτές, η βροχή έξω δυνατή, που επέτρεπε να ακούγονται αχνά τα χάδια πάνω στο κορμί τους, κι ένας κόσμος που είχε αποκλειστεί από τις αισθήσεις και των δύο τους.
Όταν ξάπλωσε επάνω της το βάρος του της πρόσφερε ακόμα ένα κύμα ηδονής.
Την ένοιωθε να τρέμει από την προσμονή, προσπαθώντας να φέρει το κορμί της στη θέση που ο ανδρισμός του δεν θα μπορούσε παρά να βρει μόνο ένα δρόμο διαφυγής.
Όταν την άγγιξε, τον ένοιωσε να σταματά απαλά και να γεύεται την αίσθηση της υγρής της ήβης. Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του, έμπηξε τα νύχια της στους ώμους του κι έχωσε τη γλώσσα της πρόστυχα στο στόμα του.
Όσο εκείνος προχωρούσε αργά μέσα στον κόλπο της, ένοιωθε μια νέα ευχαρίστηση.
Νόμιζε πως ανακάλυπτε τον πιο όμορφο Παράδεισο. Καταλάβαινε κάθε σταγόνα από τους χυμούς της, κάθε ίνα του κρυφού της πόθου, ένοιωθε κάθε σπιθαμή από τον κόλπο της, που γινόταν δικός του επιτέλους.
Μα την ίδια αίσθηση είχε κι εκείνη. Είχε κάνει έρωτα με τόσα κορμιά μα αυτή ήταν διαφορετική. Ο ανδρισμός του δεν ήταν το μέσον που θα ελευθέρωνε την καύλα της, μα ήταν η μέθοδος που τη βοηθούσε να μάθει το μέσα της..... το μέσα του...
Κι όταν άρχισε εκείνος ο δρόμος που δεν έχει γυρισμό, τον είδε να την κοιτά στα μάτια, τον ένοιωσε να τη σφίγγει δυνατά, ενώ ο ρυθμός του άλλαζε γρήγορα.
-Μαζί μου, της είπε.
Μόνο με μένα έτσι. Μόνο μαζί μου τόσο.
-Μόνο μαζί σου..... σε όλα.....
Αφέθηκαν στην ασφάλεια της υπόσχεσης, κι όταν άρχισε κι εκείνη να κουνιέται δυνατά στο δικό του ρυθμό ήρθε ένας οργασμός δυνατός, βίαιος σχεδόν που τους απογείωσε κάνοντάς τους να χάσουν εντελώς την αίσθηση, του τόπου, του χρόνου....
Wednesday, November 28, 2007
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment